ανοσία

ανοσία
Γενικά σημαίνει την έμφυτη ή επίκτητη ιδιότητα του οργανισμού να μην παρουσιάζει διαταραχές, όταν έρχεται σε επαφή με παθογόνους παράγοντες που κανονικά έχουν βλαβερή επίδραση· ειδικότερα όμως με τον όρο α. εννοείται η κατάσταση κατά την οποία o οργανισμός, όταν έρθει σε επαφή με ορισμένες μεγαλομοριακές (αντιγονικές) ουσίες, αντιδρά ενεργά προς αυτές. Η αντίδραση αυτή λέγεται ανοσολογική ή ανοσοβιολογική αντίδραση και εκδηλώνεται: α) με την παραγωγή αντισωμάτων, β) με την ανάπτυξη κυτταρικής αντοχής προς τις ουσίες αυτές και γ) με την ανάπτυξη υπερευαισθησίας προς αυτές. Η α. διακρίνεται σε φυσική και σε επίκτητη. Η φυσική α. δεν είναι ειδική για ορισμένες νόσους, αλλά εκφράζει τη γενική φυσιολογική αμυντικότητα του οργανισμού. Τα μέσα της φυσικής α. είναι το δέρμα και οι βλεννογόνοι, που με τα εκκρίματά τους προσφέρουν έναν φυσικό φραγμό στην είσοδο των βλαπτικών παραγόντων, οι αντιμικροβιακές ουσίες του αίματος (η λυσοζύμη, η προπερδίνη, η σπερμίνη, η πρωταμίνη) και η κυτταρική άμυνα που εκδηλώνεται με τη φαγοκυττάρωση και την τοπική φλεγμονή. Η επίκτητη α. είναι ειδική προς τη νόσο, προς το παθογόνο αίτιο της οποίας έχει έρθει ο οργανισμός προηγουμένως σε επαφή και έχει αντιδράσει ανοσολογικά, ή προς άλλες, εκτός των μικροβίων και ιών, αντιγονικές ουσίες. Αντιγονική ιδιότητα έχουν πολλά από τα ένζυμα, τις τοξίνες και τις σωματικές ουσίες των μικροβίων, οι ιοί και διάφορες μεγαλομοριακές, συνήθως λευκωματούχες, ουσίες. Αλλά και ουσίες αρχικά μη αντιγονικές, όταν ενωθούν με μεγαλομοριακές ενώσεις, γίνονται αντιγονικές· αυτές καλούνται ατελή αντιγόνα ή απτίνες. Τέτοιες ουσίες είναι τα φάρμακα τα οποία δεν προκαλούν βέβαια μόνα τους ανοσολογική αντίδραση, αλλά αν τύχει εντός του οργανισμού να ενωθούν με μεγαλομοριακές ουσίες, γίνονται αντιγονικές και προκαλούν ευαισθητοποίηση που εκδηλώνεται ως φαρμακοευαισθησία, όπως συμβαίνει συχνά με την πενικιλίνη αλλά και με άλλα παρασκευάσματα. Τα αντιγόνα που συνήθως προκαλούν στον άνθρωπο ανοσολογική αντίδραση είναι: α) αντιγόνα μικροβιακά και από ιούς που εισέρχονται στον οργανισμό κατά τη νόσο ή τη μικροβιοφορία ή κατά τον εμβολιασμό με τα προφυλακτικά εμβόλια· β) αντιγόνα ομάδων αίματος· αυτά υπάρχουν φυσιολογικά στα κύτταρα του οργανισμού, κυρίως στα ερυθρά αιμοσφαίρια· ανοσολογική αντίδραση προς αυτά δημιουργείται όταν γίνει μετάγγιση αίματος διαφορετικής ομάδας ή κατά την εγκυμοσύνη, αν το αίμα του εμβρύου είναι διαφορετικής, ασύμβατης ομάδας από την ομάδα αίματος της μητέρας του και κυρίως αν η μητέρα είναι ρέζους αρνητική και το έμβρυο ρέζους θετικό· γ) αντιγόνα ιστοσυμβατότητας· είναι οι απόλυτα ατομικές ουσίες των κυττάρων και των ιστών του κάθε ανθρώπου· ανακαλύφθηκαν με τα πειράματα και τις εγχειρήσεις μεταμόσχευσης ιστών από άνθρωπο σε άνθρωπο, προκαλούν έντονη ανοσολογική αντίδραση και σε αυτά οφείλεται η αντίδραση απόρριψης του μοσχεύματος· δ) αντιγόνα βιολογικά και χημικά, όπως o ορός αίματος διαφόρων ζώων (αντιδιφθεριτικός, αντιτετανικός ορός), φάρμακα, τροφές και διάφορες άλλες ουσίες του φυσικού μας περιβάλλοντος, που όταν εισαχθούν στον οργανισμό (συνήθως με ένεση και σπάνια με μία από τις φυσικές οδούς εισόδου) προκαλούν ανοσολογική αντίδραση τύπου υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, αλλεργία). Τα αντισώματα που παράγονται προς τις αντιγονικές ουσίες είναι σφαιρίνες, καλούνται ανοσοσφαιρίνες και διαφέρουν από τις φυσιολογικές σφαιρίνες στο ότι έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν με καταπληκτική ακρίβεια τα αντιγόνα που προκάλεσαν την παραγωγή τους· είναι μάλιστα τόσο μεγάλη η ειδικότητά τους στην αναγνώριση του αντίστοιχου αντιγόνου, ώστε σήμερα τα αντισώματα χρησιμοποιούνται για να διαχωριστούν ουσίες πολύ συγγενείς που η χημική ανάλυση δεν μπορεί να τις ξεχωρίσει. Ανάλογα με το μοριακό τους βάρος, τα αντισώματα διακρίνονται σε γG, γΜ και γΑ σφαιρίνες. Οι πρώτες είναι μικρού μοριακού βάρους και μεταβιβάζονται από τη μητέρα στο έμβρυο διαμέσου του πλακούντα και έτσι το νεογνό προφυλάσσεται στους τρεις πρώτους μήνες της ζωής του από νόσους προς τις οποίες είναι άνοση η μητέρα του. Τα αντισώματα παράγονται από τα πλασματοκύτταρα, τα άωρα λεμφοκύτταρα και τα ενδοθηλιακά κύτταρα που βρίσκονται σε αφθονία στη σπλήνα και στα λεμφογάγγλια, αλλά και σχεδόν σε όλους τους ιστούς του οργανισμού πλην του εγκεφάλου. Από τα ίδια αυτά κύτταρα παράγονται και οι φυσικές σφαιρίνες του οργανισμού. Μερικές από τις φυσικές αυτές σφαιρίνες θεωρούνται φυσικά αντισώματα, όπωςείναι οι οψωνίνες, η προπερδίνη και το συμπλήρωμα ή αλεξίνη. Οι οψωνίνες βοηθούν στη φαγοκυττάρωση, η προπερδίνη είναι μικροβιοκτόνος ουσία και το συμπλήρωμα ολοκληρώνει την αποτελεσματική ένωση αντιγόνου και αντισώματος. Τα αντισώματα ενώνονται με τα αντιγόνα τόσο φυσικά στον οργανισμό, συνήθως με τη βοήθεια και του συμπληρώματος, όσο και τεχνητά in vitro, δηλαδή σε δοκιμαστικό σωληνάριο. Από την ένωση αυτή μέσα στον οργανισμό προέρχεται η α. για ορισμένες νόσους, ενώ από την in vitro ένωση οιδιάφορες ορολογικές αντιδράσεις. Τέτοιες αντιδράσεις είναι η ιζηματιναντίδραση, η συγκολλητιναντίδραση, η σύνδεση του συμπληρώματος, η αιμοσυγκόλληση, η αντίδραση εξουδετέρωσης των ιών, ενζύμων και τοξινών κ.ά. Οι αντιδράσεις αυτές χρησιμοποιούνται ως μέθοδοι διάγνωσης, όπως είναι η αντίδραση Widal (στον τυφοειδή πυρετό), η Wright (στον μελιταίο), η Weil-Felix (στον εξανθηματικό τύφο), η Weinberg (στην εχινοκοκκίαση), οι Wasserman, Kahn, Nelson (στη σύφιλη). Επίκτητη α. μπορεί να προκληθεί και με τα προφυλακτικά εμβόλια. Ο μηχανισμός της παραγωγής αντισωμάτων είναι o ίδιος όπως και στη νόσο, με τη διαφορά ότι επειδή τα περισσότερα εμβόλια δίνονται σε περισσότερες από μία δόσεις, το ποσό (o τίτλος) των αντισωμάτων γρήγορα αυξάνει. Τέτοια προφυλακτικά εμβόλια είναι της διφθερίτιδας, του τετάνου, της πολιομυελίτιδας, του τυφοειδούς πυρετού, της ευλογιάς και πολλά άλλα. Η κυτταρική α. εκδηλώνεται ως ικανότητα άμυνας προς μία νόσο χωρίς να υπάρχουν στο αίμα αντισώματα για το παθογόνο αίτιο της νόσου. Η υπερευαισθησία εκδηλώνεται ως αναφυλαξία και ως αλλεργία, με παραγωγή αντισωμάτων (ιζηματινών και αντιδρασινών) ή χωρίς παραγωγή αντισωμάτων. Η μορφή αυτή α. ανιχνεύεται με αντιδράσεις δερματοευαισθησίας όπως η Mantoux (στη φυματίωση) και η Casoni (στην εχινοκοκκίαση). Μία άλλη μορφή ανοσολογικής αντίδρασης είναι η αυτοανοσολογική. Σε αυτή δημιουργούνται αντισώματα προς κατεστραμμένες ή αλλοιωμένες ουσίες του ίδιου οργανισμού. Νόσοι με τέτοια αυτοανοσολογική αντίδραση είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και διάφορες άλλες ασθένειες του κολλαγόνου, του αίματος, του θυρεοειδούς αδένα κ.ά. Η επίκτητη α. μπορεί να μεταβιβαστεί παθητικά με ένεση του ορού του άνοσου σε άλλον που δεν είναι άνοσος. Αυτός o τρόπος προφύλαξης χρησιμοποιείται στη θεραπεία της διφθερίτιδας, του τετάνου, του άνθρακα κ.α. και λέγεται οροθεραπεία. Οι συνηθέστεροι θεραπευτικοί οροί είναι ο αντιδιφθεριτικός και o αντιτετανικός, δηλαδή ορός αλόγου στο οποίο έχουν γίνει πολλές δόσεις ένεσης διφθεριτικής ή τετανικής τοξίνης και έτσι είναι πλούσιος σε ειδικά αντισώματα. Τέτοια παθητική α. είναι και αυτή των νεογνών, που παίρνουν διαμέσου του πλακούντα τα αντισώματα από το αίμα της μητέρας τους. Η παθητική α. δεν διαρκεί πολύ· εξαφανίζεται ύστερα από λίγες εβδομάδες. Εκτός από την επίκτητη α. που οφείλεται στις αντιδράσεις αντιγόνου-αντισώματος και ονομάζεται και χημικήα., ο οργανισμός μπορεί να παρουσιάζει και κυτταρική α. Αυτή οφείλεται σε Τ-λεμφοκύτταρα που στην επιφάνειά τους έχουν ειδικούς υποδοχείς. Η κυτταρική α. εκδηλώνεται ως ικανότητα άμυνας προς κάποια νόσο χωρίς να υπάρχουν στο αίμα αντισώματα για το παθογόνο αίτιο της νόσου. Θεωρίες για τον μηχανισμό παραγωγής των αντισωμάτων: 1) το αντιγόνο τροποποιεί τη δομή των γ-σφαιρινών· 2) το αντιγόνο τροποποιεί τη δομή της μήτρας των γ-σφαιρινών· 3) το αντιγόνο προκαλεί παραγωγή αντισωμάτων, που έχουν ήδη προετοιμάσει ορισμένα κύτταρα.
* * *
η (Α ἀνοσία)
το να μην πάσχει κανείς από κάποια νόσο, το να έχει υγεία
νεοελλ.
η ικανότητα του οργανισμού να αντιστέκεται ή να ξεπερνά μια μικροβιακή ή παρασιτική εισβολή.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ἀνοσία — ἀνοσίᾱ , ἀνόσιος unholy fem nom/voc/acc dual ἀνοσίᾱ , ἀνόσιος unholy fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀνοσίᾱ , ἀνοσία fredom from sickness fem nom/voc/acc dual ἀνοσίᾱ , ἀνοσία fredom from sickness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοσίᾳ — ἀνοσίᾱͅ , ἀνόσιος unholy fem dat sg (attic doric aeolic) ἀνοσίᾱͅ , ἀνοσία fredom from sickness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανοσία — η φυσική ή επίκτητη αντίσταση ενός οργανισμού σε ορισμένες αρρώστιες, ώστε να μην προσβάλλεται απ αυτές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνόσια — ἀνόσιος unholy neut nom/voc/acc pl ἀνόσιος unholy neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοσίας — ἀνοσίᾱς , ἀνόσιος unholy fem acc pl ἀνοσίᾱς , ἀνόσιος unholy fem gen sg (attic doric aeolic) ἀνοσίᾱς , ἀνοσία fredom from sickness fem acc pl ἀνοσίᾱς , ἀνοσία fredom from sickness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοσίαι — ἀνοσίᾱͅ , ἀνόσιος unholy fem dat sg (attic doric aeolic) ἀνοσίᾱͅ , ἀνοσία fredom from sickness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοσίαν — ἀνοσίᾱν , ἀνόσιος unholy fem acc sg (attic doric aeolic) ἀνοσίᾱν , ἀνοσία fredom from sickness fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνόσι' — ἀνόσια , ἀνόσιος unholy neut nom/voc/acc pl ἀνόσια , ἀνόσιος unholy neut nom/voc/acc pl ἀνόσιε , ἀνόσιος unholy masc voc sg ἀνόσιε , ἀνόσιος unholy masc/fem voc sg ἀνόσιαι , ἀνόσιος unholy fem nom/voc pl ἀνόσιαι , ἀνοσία fredom from sickness fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀνόσια — ἀνόσια , ἀνόσιος unholy neut nom/voc/acc pl ἀνόσια , ἀνόσιος unholy neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέτρηση — (Ιατρ.). Ποσοτική ανίχνευση διαφόρων μεγεθών στον ανθρώπινο οργανισμό. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής: 1)μ. της αγωγιμότητας των νεύρων. Πρόκειται για μέθοδο μ. της ταχύτητας, με την οποία μεταδίδονται οι ηλεκτρικές ώσεις κατά μήκος ενός νεύρου.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”